Reading: II, III, IV, V, VI, VII, VIII, IX, X
I | |
Xenophon, Hellenica 2.2(1–4) |
| Listen: |
| 1 ἐπεὶ δὲ τὰ ἐν τῇ Λαμψάκῳ κατεστήσατο, ἔπλει ἐπὶ τὸ Βυζάντιον καὶ Καλχηδόνα. οἱ δ᾽ αὐτὸν ὑπεδέχοντο, τοὺς τῶν Ἀθηναίων φρουροὺς ὑποσπόνδους ἀφέντες. οἱ δὲ προδόντες Ἀλκιβιάδῃ τὸ Βυζάντιον τότε μὲν ἔφυγον εἰς τὸν Πόντον, ὕστερον δ᾽ εἰς Ἀθήνας καὶ ἐγένοντο Ἀθηναῖοι. 2 Λύσανδρος δὲ τούς τε φρουροὺς τῶν Ἀθηναίων καὶ εἴ τινά που ἄλλον ἴδοι Ἀθηναῖον, ἀπέπεμπεν εἰς τὰς Ἀθήνας, διδοὺς ἐκεῖσε μόνον πλέουσιν ἀσφάλειαν, ἄλλοθι δ᾽ οὔ, εἰδὼς ὅτι ὅσῳ ἂν πλείους συλλεγῶσιν εἰς τὸ ἄστυ καὶ τὸν Πειραιᾶ, θᾶττον τῶν ἐπιτηδείων ἔνδειαν ἔσεσθαι. καταλιπὼν δὲ Βυζαντίου καὶ Καλχηδόνος Σθενέλαον ἁρμοστὴν Λάκωνα, αὐτὸς ἀποπλεύσας εἰς Λάμψακον τὰς ναῦς ἐπεσκεύαζεν. |
φρουροὺς
: φρουρός (watcher, guard): masc acc pl ὑποσπόνδους : ὑπόσπονδος: masc/fem acc pl; under a truce or treaty, secured by treaty προδόντες : προδίδωμι (give beforehand, pay in advance): aor part act masc nom/voc pl; betray πλέουσιν : πλέω (sail, go by sea): pres part act masc/neut dat pl ἀσφάλειαν : ἀσφάλεια (security against stumbling): fem acc sg; safety, safe passage συλλεγῶσιν : σύν-λέγω (gather, pick up): aor subj pass 3rd pl; assemble (meaning in passive) θᾶττον : ταχύς (swift, fleet): neut nom/voc/acc comp sg; quickly ἐπιτηδείων : ἐπιτήδειος (made for an end): masc/neut gen pl; useful, serviceable, necessary; what is requisite, needful; provisions ἔνδειαν : ἔνδεια (want, lack): fem acc sg; need ἁρμοστὴν : ἁρμοστής (one who arranges): masc acc sg; governor of a dependent colony |
|
|
| Listen: |
| 3 ἐν δὲ ταῖς Ἀθήναις τῆς Παράλου ἀφικομένης νυκτὸς ἐλέγετο ἡ συμφορά, καὶ οἰμωγὴ ἐκ τοῦ Πειραιῶς διὰ τῶν μακρῶν τειχῶν εἰς ἄστυ διῆκεν, ὁ ἕτερος τῷ ἑτέρῳ παραγγέλλων· ὥστ᾽ ἐκείνης τῆς νυκτὸς οὐδεὶς ἐκοιμήθη, οὐ μόνον τοὺς ἀπολωλότας πενθοῦντες, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον ἔτι αὐτοὶ ἑαυτούς, πείσεσθαι νομίζοντες οἷα ἐποίησαν Μηλίους τε Λακεδαιμονίων ἀποίκους ὄντας, κρατήσαντες πολιορκίᾳ, καὶ Ἱστιαιέας καὶ Σκιωναίους καὶ Τορωναίους καὶ Αἰγινήτας καὶ ἄλλους πολλοὺς τῶν Ἑλλήνων. 4 τῇ δ᾽ ὑστεραίᾳ ἐκκλησίαν ἐποίησαν, ἐν ᾗ ἔδοξε τούς τε λιμένας ἀποχῶσαι πλὴν ἑνὸς καὶ τὰ τείχη εὐτρεπίζειν καὶ φυλακὰς ἐφιστάναι καὶ τἆλλα πάντα ὡς εἰς πολιορκίαν παρασκευάζειν τὴν πόλιν. καὶ οὗτοι μὲν περὶ ταῦτα ἦσαν. |
οἰμωγὴ
: οἰμωγή (wailing, lamentation): fem nom/voc sg ἀποίκους : ἄποικος (away from home, abroad): masc/fem acc pl; settler, colonist πολιορκίᾳ : πολιορκία (siege of a city): fem dat sg ἀποχῶσαι : ἀποχώννυμι (bank up): aor inf act εὐτρεπίζειν : εὐτρεπίζω (make ready): pres inf act; get ready; restore |
IΙ | |
Xenophon, Hellenica 2.2(10-13) |
| Listen: |
| 10 οἱ δ᾽ Ἀθηναῖοι πολιορκούμενοι κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλατταν ἠπόρουν τί χρὴ ποιεῖν, οὔτε νεῶν οὔτε συμμάχων αὐτοῖς ὄντων οὔτε σίτου· ἐνόμιζον δὲ οὐδεμίαν εἶναι σωτηρίαν εἰ μὴ παθεῖν ἃ οὐ τιμωρούμενοι ἐποίησαν, ἀλλὰ διὰ τὴν ὕβριν ἠδίκουν ἀνθρώπους μικροπολίτας οὐδ᾽ ἐπὶ μιᾷ αἰτίᾳ ἑτέρᾳ ἢ ὅτι ἐκείνοις συνεμάχουν. |
πολιορκούμενοι
: πολιορκέω (besiege): pres part mp masc nom/voc pl; blockade ἠπόρουν : ἀπορέω: be at a loss; be in doubt about: imperf ind act 3rd pl τιμωρούμενοι : τιμωρέω (to be an avenger, exact): pres part mp masc nom/voc pl; Med., avenge oneself upon, exact vengeance from; seek vengeance ὕβριν : ὕβρις (wanton violence): fem acc sg; arrogance μικροπολίτας : μικροπολίτης (citizen of a petty state): masc acc pl; a citizen of a small town |
|
|
| Listen: |
| 11 διὰ ταῦτα τοὺς ἀτίμους ἐπιτίμους ποιήσαντες ἐκαρτέρουν, καὶ ἀποθνῃσκόντων ἐν τῇ πόλει λιμῷ πολλῶν οὐ διελέγοντο περὶ διαλλαγῆς. ἐπεὶ δὲ παντελῶς ἤδη ὁ σῖτος ἐπελελοίπει, ἔπεμψαν πρέσβεις παρ᾽ Ἆγιν, βουλόμενοι σύμμαχοι εἶναι Λακεδαιμονίοις ἔχοντες τὰ τείχη καὶ τὸν Πειραιᾶ, καὶ ἐπὶ τούτοις συνθήκας ποιεῖσθαι. 12 ὁ δὲ αὐτοὺς εἰς Λακεδαίμονα ἐκέλευεν ἰέναι· οὐ γὰρ εἶναι κύριος αὐτός. ἐπεὶ δ᾽ ἀπήγγειλαν οἱ πρέσβεις ταῦτα τοῖς Ἀθηναίοις, ἔπεμψαν αὐτοὺς εἰς Λακεδαίμονα. 13 οἱ δ᾽ ἐπεὶ ἦσαν ἐν Σελλασίᾳ [πλησίον τῆς Λακωνικῆς] καὶ ἐπύθοντο οἱ ἔφοροι αὐτῶν ἃ ἔλεγον, ὄντα οἷάπερ καὶ πρὸς Ἆγιν, αὐτόθεν αὐτοὺς ἐκέλευον ἀπιέναι. |
ἀτίμους
: ἄτιμος (unhonoured, dishonoured): masc/fem acc pl; deprived of the privileges of a citizen, disenfranchised ἐπιτίμους : ἐπίτιμος (in possession of his rights and franchises): masc/fem acc pl; in possession of the rights of citizenship, enfranchised ἐκαρτέρουν : καρτερέω (to be steadfast, patient): imperf ind act 3rd pl; hold out λιμῷ : λιμός (hunger, famine): masc/fem dat sg διαλλαγῆς : διαλλαγή (interchange): fem gen sg; change from enmity to friendship, reconciliation; truce παντελῶς : παντελής (all-complete, absolute): adverbial; completely, entirely ἐπελελοίπει : ἐπιλείπω (leave behind): plup ind act 3rd sg; fail, be wanting, give out συνθήκας : συνθήκη (compounding): fem acc pl; convention, compact; article of a compact or treaty; treaty ἐπύθοντο : πυνθάνομαι (learn): aor ind mid 3rd pl; learn by inquiry; π. τί τινος learn something from a person ἔφοροι : ἔφορος (overseer, guardian, ruler): masc nom/voc pl; ἔφοροι Ephors (a board of five magistrates in Sparta) |
III | |
Xenophon, Hellenica 2.2(14–18) |
| Listen: |
| 14 οἱ δὲ πρέσβεις ἐπεὶ ἧκον οἴκαδε καὶ ἀπήγγειλαν ταῦτα εἰς τὴν πόλιν, ἀθυμία ἐνέπεσε πᾶσιν· ᾤοντο γὰρ ἀνδραποδισθήσεσθαι, καὶ ἕως ἂν πέμπωσιν ἑτέρους πρέσβεις, πολλοὺς τῷ λιμῷ ἀπολεῖσθαι. 15 περὶ δὲ τῶν τειχῶν τῆς καθαιρέσεως οὐδεὶς ἐβούλετο συμβουλεύειν· Ἀρχέστρατος γὰρ εἰπὼν ἐν τῇ βουλῇ Λακεδαιμονίοις κράτιστον εἶναι ἐφ᾽ οἷς προυκαλοῦντο εἰρήνην ποιεῖσθαι, ἐδέθη· προυκαλοῦντο δὲ τῶν μακρῶν τειχῶν ἐπὶ δέκα σταδίους καθελεῖν ἑκατέρου· ἐγένετο δὲ ψήφισμα μὴ ἐξεῖναι περὶ τούτων συμβουλεύειν. |
ᾤοντο
: οἴομαι (forebode, presage): imperf ind mp 3rd pl; expect, suspect; think, suppose, believe ἀνδραποδισθήσεσθαι : ἀνδραποδίζω (enslave): fut inf pass καθαιρέσεως : καθαίρεσις (pulling down, demolition): fem gen sg προυκαλοῦντο : προκαλέω (call forth): imperf ind mp 3rd pl ἐδέθη : δέω (bind, tie, fetter): aor ind pass 3rd sg καθελεῖν : καθαιρέω (take down): aor inf act; fut inf act; put down by force, destroy; raze to the ground, demolish ψήφισμα : ψήφισμα (proposal passed by a majority of votes): neut nom/voc/acc sg ἐξεῖναι : ἔξεστι (it is allowed, is possible): pres inf act |
|
|
| Listen: |
| 16 τοιούτων δὲ ὄντων Θηραμένης εἶπεν ἐν ἐκκλησίᾳ ὅτι εἰ βούλονται αὐτὸν πέμψαι παρὰ Λύσανδρον, εἰδὼς ἥξει Λακεδαιμονίους πότερον ἐξανδραποδίσασθαι τὴν πόλιν βουλόμενοι ἀντέχουσι περὶ τῶν τειχῶν ἢ πίστεως ἕνεκα. πεμφθεὶς δὲ διέτριβε παρὰ Λυσάνδρῳ τρεῖς μῆνας καὶ πλείω, ἐπιτηρῶν ὁπότε Ἀθηναῖοι ἔμελλον διὰ τὸ ἐπιλελοιπέναι τὸν σῖτον ἅπαντα ὅ τι τις λέγοι ὁμολογήσειν. 17 ἐπεὶ δὲ ἧκε τετάρτῳ μηνί, ἀπήγγειλεν ἐν ἐκκλησίᾳ ὅτι αὐτὸν Λύσανδρος τέως μὲν κατέχοι, εἶτα κελεύοι εἰς Λακεδαίμονα ἰέναι· οὐ γὰρ εἶναι κύριος ὧν ἐρωτῷτο ὑπ᾽ αὐτοῦ, ἀλλὰ τοὺς ἐφόρους. μετὰ ταῦτα ᾑρέθη πρεσβευτὴς εἰς Λακεδαίμονα αὐτοκράτωρ δέκατος αὐτός. 18 Λύσανδρος δὲ τοῖς ἐφόροις ἔπεμψεν ἀγγελοῦντα μετ᾽ ἄλλων Λακεδαιμονίων Ἀριστοτέλην, φυγάδα Ἀθηναῖον ὄντα, ὅτι ἀποκρίναιτο Θηραμένει ἐκείνους κυρίους εἶναι εἰρήνης καὶ πολέμου. |
ἐξανδραποδίσασθαι
: ἐξανδραποδίζω (reduce to utter slavery): aor inf mid ἀντέχουσι : ἀντέχω (hold against): pres ind act 3rd pl διέτριβε : διατρίβω (rub hard): imperf ind act 3rd sg; spend; pass all oneʼs time ἐπιτηρῶν : ἐπιτηρέω (look out): pres part act masc nom sg ἐπιλελοιπέναι : ἐπιλείπω (leave behind): perf inf act τέως : τέως (so long, in the meantime): indeclform (adverb) κατέχοι : κατέχω (hold fast): pres opt act 3rd sg; hold back, withhold ἐρωτῷτο : ἐρωτάω (ask): pres opt mp 3rd sg ᾑρέθη : αἱρέω (take with the hand, grasp, seize): aor ind pass 3rd sg αὐτοκράτωρ : αὐτοκράτωρ (oneʼs own master): masc/fem nom sg δέκατος : δέκατος (tenth): masc nom sg ἀγγελοῦντα : ἀγγέλλω (bear a message): fut part act masc acc sg φυγάδα : φυγάς (one who flees): masc/fem acc sg ἀποκρίναιτο : ἀποκρίνω (set apart): aor opt mid 3rd sg; answer charges, defend oneself |
IV | |
Xenophon, Hellenica 2.2(19–21) |
| Listen: |
| 19 Θηραμένης δὲ καὶ οἱ ἄλλοι πρέσβεις ἐπεὶ ἦσαν ἐν Σελλασίᾳ, ἐρωτώμενοι δὲ ἐπὶ τίνι λόγῳ ἥκοιεν εἶπον ὅτι αὐτοκράτορες περὶ εἰρήνης, μετὰ ταῦτα οἱ ἔφοροι καλεῖν ἐκέλευον αὐτούς. ἐπεὶ δ᾽ ἧκον, ἐκκλησίαν ἐποίησαν, ἐν ᾗ ἀντέλεγον Κορίνθιοι καὶ Θηβαῖοι μάλιστα, πολλοὶ δὲ καὶ ἄλλοι τῶν Ἑλλήνων, μὴ σπένδεσθαι Ἀθηναίοις, ἀλλ᾽ ἐξαιρεῖν. |
ἐρωτώμενοι
: ἐρωτάω (ask): pres part mp masc nom/voc pl ἥκοιεν : ἥκω (to have come, be present): pres opt act 3rd pl ἀντέλεγον : ἀντιλέγω (speak against, gainsay, contradict): imperf ind act 3rd pl σπένδεσθαι : σπένδω (make a drink-offering): pres inf mp; make a treaty, make peace ἐξαιρεῖν : ἐξαιρέω (take out): pres inf act; remove; destroy |
|
|
| Listen: |
| 20 Λακεδαιμόνιοι δὲ οὐκ ἔφασαν πόλιν Ἑλληνίδα ἀνδραποδιεῖν μέγα ἀγαθὸν εἰργασμένην ἐν τοῖς μεγίστοις κινδύνοις γενομένοις τῇ Ἑλλάδι, ἀλλ᾽ ἐποιοῦντο εἰρήνην ἐφ᾽ ᾧ τά τε μακρὰ τείχη καὶ τὸν Πειραιᾶ καθελόντας καὶ τὰς ναῦς πλὴν δώδεκα παραδόντας καὶ τοὺς φυγάδας καθέντας τὸν αὐτὸν ἐχθρὸν καὶ φίλον νομίζοντας Λακεδαιμονίοις ἕπεσθαι καὶ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλατταν ὅποι ἂν ἡγῶνται. 21 Θηραμένης δὲ καὶ οἱ σὺν αὐτῷ πρέσβεις ἐπανέφερον ταῦτα εἰς τὰς Ἀθήνας. εἰσιόντας δ᾽ αὐτοὺς ὄχλος περιεχεῖτο πολύς, φοβούμενοι μὴ ἄπρακτοι ἥκοιεν· οὐ γὰρ ἔτι ἐνεχώρει μέλλειν διὰ τὸ πλῆθος τῶν ἀπολλυμένων τῷ λιμῷ. |
ἔφασαν
: φημί (say, affirm, assert): imperf ind act 3rd pl εἰργασμένην : ἐργάζομαι (work, labour): perf part mp fem acc sg πλὴν : πλήν (except, save): indeclform (prep) καθέντας : καθίημι (let fall, drop, send down): aor part act masc acc pl; allow to return ἕπεσθαι : ἕπομαι (to be): pres inf mp; after or in company with; follow ἡγῶνται : ἡγέομαι (go before, lead the way): pres subj mid 3rd pl ἐπανέφερον : ἐπαναφέρω (throw back upon): imperf ind act 3rd pl περιεχεῖτο : περιχέω (pour, spread): imperf ind mp 3rd sg ἄπρακτοι : ἄπρακτος (unavailing, unprofitable): masc/fem nom/voc pl ἐνεχώρει : ἐγχωρέω (give room): imperf ind act 3rd sg; there is time, it is possible or allowable μέλλειν : μέλλω (to be destined): pres inf act; to be about to; to be always going to do without ever doing: hence, delay, put off |
V | |
Xenophon, Hellenica 2.2.22-23; 3.2-3 |
| Listen: |
| 22 τῇ δὲ ὑστεραίᾳ ἀπήγγελλον οἱ πρέσβεις ἐφ᾽ οἷς οἱ Λακεδαιμόνιοι ποιοῖντο τὴν εἰρήνην· προηγόρει δὲ αὐτῶν Θηραμένης, λέγων ὡς χρὴ πείθεσθαι Λακεδαιμονίοις καὶ τὰ τείχη περιαιρεῖν. ἀντειπόντων δέ τινων αὐτῷ, πολὺ δὲ πλειόνων συνεπαινεσάντων, ἔδοξε δέχεσθαι τὴν εἰρήνην. |
ποιοῖντο
: ποιέω (make): pres opt mp 3rd pl προηγόρει : προηγορέω (to be spokesman for): imperf ind act 3rd sg; speak for περιαιρεῖν : περιαιρέω (take away something that surrounds, strip off, remove): pres inf act ἀντειπόντων : ἀντεῖπον (speak against): aor part act masc/neut gen pl συνεπαινεσάντων : συνεπαινέω (approve together, give joint assent, consent, approve): aor part act masc/neut gen pl |
|
|
| Listen: |
| 23 μετὰ δὲ ταῦτα Λύσανδρός τε κατέπλει εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ οἱ φυγάδες κατῇσαν καὶ τὰ τείχη κατέσκαπτον ὑπ᾽ αὐλητρίδων πολλῇ προθυμίᾳ, νομίζοντες ἐκείνην τὴν ἡμέραν τῇ Ἑλλάδι ἄρχειν τῆς ἐλευθερίας.
2 ... ἔδοξε τῷ δήμῳ τριάκοντα ἄνδρας ἑλέσθαι, οἳ τοὺς πατρίους νόμους συγγράψουσι, καθ᾽ οὓς πολιτεύσουσι. καὶ ᾑρέθησαν οἵδε· Πολυχάρης, Κριτίας, Μηλόβιος, Ἱππόλοχος, Εὐκλείδης, Ἱέρων, Μνησίλοχος, Χρέμων, Θηραμένης, Ἀρεσίας, Διοκλῆς, Φαιδρίας, Χαιρέλεως, Ἀναίτιος, Πείσων, Σοφοκλῆς, Ἐρατοσθένης, Χαρικλῆς, Ὀνομακλῆς, Θέογνις, Αἰσχίνης, Θεογένης, Κλεομήδης, Ἐρασίστρατος, Φείδων, Δρακοντίδης, 3 Εὐμάθης, Ἀριστοτέλης, Ἱππόμαχος, Μνησιθείδης. |
κατέπλει
: καταπλέω (sail down): imperf ind act 3rd sg; sail from the high sea to land κατῇσαν : κάτειμι (go, come down): imperf ind act 3rd pl; come back, return κατέσκαπτον : κατασκάπτω (dig down): imperf ind act 3rd pl; destroy utterly, raze to the ground αὐλητρίδων : αὐλητρίς (flute-girl): fem gen pl ἑλέσθαι : αἱρέω (take with the hand, grasp, seize): aor inf mid; take to oneself, choose; choose by vote, elect to an office συγγράψουσι : συγγράφω (write): fut ind act 3rd pl; compose a writing or a work in writing πολιτεύσουσι : πολιτεύω (to be a citizen): fut ind act 3rd pl; have a certain form of government, administer the state; take part in the government; conduct the government ᾑρέθησαν : αἱρέω: aor ind pass 3rd pl |
VI | |
Xenophon, Hellenica 2.3(11–14) |
| Listen: |
| 11 οἱ δὲ τριάκοντα ᾑρέθησαν μὲν ἐπεὶ τάχιστα τὰ μακρὰ τείχη καὶ τὰ περὶ τὸν Πειραιᾶ καθῃρέθη· αἱρεθέντες δὲ ἐφ᾽ ᾧτε συγγράψαι νόμους, καθ᾽ οὕστινας πολιτεύσοιντο, τούτους μὲν ἀεὶ ἔμελλον συγγράφειν τε καὶ ἀποδεικνύναι, βουλὴν δὲ καὶ τὰς ἄλλας ἀρχὰς κατέστησαν ὡς ἐδόκει αὐτοῖς. |
ᾑρέθησαν
: αἱρέω: aor ind pass 3rd pl ἐπεὶ τάχιστα : as soon as καθῃρέθη : καθαιρέω: aor ind pass 3rd sg ἀποδεικνύναι : ἀποδείκνυμι (point away from): pres inf act; point out, display, make known; publish |
|
|
| Listen: |
| 12 ἔπειτα πρῶτον μὲν οὓς πάντες ᾔδεσαν ἐν τῇ δημοκρατίᾳ ἀπὸ συκοφαντίας ζῶντας καὶ τοῖς καλοῖς κἀγαθοῖς βαρεῖς ὄντας, συλλαμβάνοντες ὑπῆγον θανάτου· καὶ ἥ τε βουλὴ ἡδέως αὐτῶν κατεψηφίζετο οἵ τε ἄλλοι ὅσοι συνῄδεσαν ἑαυτοῖς μὴ ὄντες τοιοῦτοι οὐδὲν ἤχθοντο. 13 ἐπεὶ δὲ ἤρξαντο βουλεύεσθαι ὅπως ἂν ἐξείη αὐτοῖς τῇ πόλει χρῆσθαι ὅπως βούλοιντο, ἐκ τούτου πρῶτον μὲν πέμψαντες εἰς Λακεδαίμονα Αἰσχίνην τε καὶ Ἀριστοτέλην ἔπεισαν Λύσανδρον φρουροὺς σφίσι συμπρᾶξαι ἐλθεῖν, ἕως δὴ τοὺς πονηροὺς ἐκποδὼν ποιησάμενοι καταστήσαιντο τὴν πολιτείαν· θρέψειν δὲ αὐτοὶ ὑπισχνοῦντο. 14 ὁ δὲ πεισθεὶς τούς τε φρουροὺς καὶ Καλλίβιον ἁρμοστὴν συνέπραξεν αὐτοῖς πεμφθῆναι. |
ᾔδεσαν
: οἶδα (see): plup ind act 3rd pl συκοφαντίας : συκοφαντία (vexatious or dishonest prosecution, chicane, barratry, blackmail): fem gen sg; oppression βαρεῖς : βαρύς (heavy in weight): masc nom pl; heavy to bear, grievous ἡδέως : ἡδύς (pleasant): adverbial κατεψηφίζετο : καταψηφίζομαι (vote against): imperf ind mp 3rd sg συνῄδεσαν : σύνοιδα (know): plup ind act 3rd pl; share the knowledge of; know well ἤχθοντο : ἄχθομαι (to be loaded): imperf ind mp 3rd pl; mostly of mental oppression, to be vexed, grieved χρῆσθαι : χράω (proclaim): pres inf mp; furnish with ἔπεισαν : πείθω (persuade): aor ind act 3rd pl συμπρᾶξαι : συμπράσσω (join): aor inf act ἐκποδὼν : ἐκποδών (away from the feet, i.e. out of the way, away): indeclform (adverb); θρέψειν : τρέφω (thicken): fut inf act; maintain, support ὑπισχνοῦντο : ὑπισχνέομαι (take upon oneself): imperf ind mp 3rd pl |
VII | |
Xenophon, Hellenica 2.3(14–16) |
| Listen: |
| 14 οἱ δ᾽ ἐπεὶ τὴν φρουρὰν ἔλαβον, τὸν μὲν Καλλίβιον ἐθεράπευον πάσῃ θεραπείᾳ, ὡς πάντα ἐπαινοίη ἃ πράττοιεν, τῶν δὲ φρουρῶν τούτου συμπέμποντος αὐτοῖς οὓς ἐβούλοντο συνελάμβανον οὐκέτι τοὺς πονηρούς τε καὶ ὀλίγου ἀξίους, ἀλλ᾽ ἤδη οὓς ἐνόμιζον ἥκιστα μὲν παρωθουμένους ἀνέχεσθαι, ἀντιπράττειν δέ τι ἐπιχειροῦντας πλείστους ἂν τοὺς συνεθέλοντας λαμβάνειν. |
φρουρὰν
: φρουρά (look-out, watch, guard): fem acc sg; garrison ἐθεράπευον : θεραπεύω (to be an attendant, do service): imperf ind act 3rd pl; flatter, wheedle θεραπείᾳ : θεραπεία (service, attendance): fem dat sg; flattery ἐπαινοίη : ἐπαινέω (approve, applaud, commend): pres opt act 3rd sg συνελάμβανον : συλλαμβάνω (collect, gather together): imperf ind act 3rd pl; arrest ἥκιστα : ἥκιστος (least): neut nom/voc/acc pl παρωθουμένους : παρωθέω (push sideways): pres part mp masc acc pl; push aside, reject, slight ἀνέχεσθαι : ἀνέχω (hold up, lift up): pres inf mp; put up with, endure ἀντιπράττειν : ἀντιπράττω (act against, seek to counteract): pres inf act; act in opposition ἐπιχειροῦντας : ἐπιχειρέω (put oneʼs hand to): pres part act masc acc pl; try, attempt συνεθέλοντας : συνεθέλω (have the same wish, consent): pres part act masc acc pl; supporter |
|
|
| Listen: |
| 15 τῷ μὲν οὖν πρώτῳ χρόνῳ ὁ Κριτίας τῷ Θηραμένει ὁμογνώμων τε καὶ φίλος ἦν· ἐπεὶ δὲ αὐτὸς μὲν προπετὴς ἦν ἐπὶ τὸ πολλοὺς ἀποκτείνειν, ἅτε καὶ φυγὼν ὑπὸ τοῦ δήμου, ὁ δὲ Θηραμένης ἀντέκοπτε, λέγων ὅτι οὐκ εἰκὸς εἴη θανατοῦν, εἴ τις ἐτιμᾶτο ὑπὸ τοῦ δήμου, τοὺς δὲ καλοὺς κἀγαθοὺς μηδὲν κακὸν εἰργάζετο, ἐπεὶ καὶ ἐγώ, ἔφη, καὶ σὺ πολλὰ δὴ τοῦ ἀρέσκειν ἕνεκα τῇ πόλει καὶ εἴπομεν καὶ ἐπράξαμεν· 16 ὁ δέ (ἔτι γὰρ οἰκείως ἐχρῆτο τῷ Θηραμένει) ἀντέλεγεν ὅτι οὐκ ἐγχωροίη τοῖς πλεονεκτεῖν βουλομένοις μὴ οὐκ ἐκποδὼν ποιεῖσθαι τοὺς ἱκανωτάτους διακωλύειν· εἰ δέ, ὅτι τριάκοντά ἐσμεν καὶ οὐχ εἷς, ἧττόν τι οἴει ὥσπερ τυραννίδος ταύτης τῆς ἀρχῆς χρῆναι ἐπιμελεῖσθαι, εὐήθης εἶ. |
ὁμογνώμων
: ὁμογνώμων (of one mind, like-minded): masc/fem nom sg προπετὴς : προπετής (falling or slipping down): masc/fem nom sg; inclined forward; inclined, ready, prone to (+ ἐπί) ἅτε : ἅτε (just as, as if, so as): indeclform (adverb); because, inasmuch as (used with a participle) φυγὼν : φεύγω (flee, take flight): aor part act masc nom sg; with ὑπό τινος be exiled, be banished ἀντέκοπτε : ἀντικόπτω (cut down mutually): imperf ind act 3rd sg; resist, oppose, stand in the way εἰκὸς : εἰκός (like truth, i.e. likely, probable, reasonable): perf part act neut nom/voc/acc sg; reasonable, fair, equitable θανατοῦν : θανατόω (put to death): pres inf act εἰργάζετο : ἐργάζομαι (work, labour): imperf ind mp 3rd sg ἀρέσκειν : ἀρέσκω (make good, make amends): pres inf act; appease, conciliate; please, satisfy please (+ dat.) οἰκείως : οἰκεῖος (in or of the house): adverbial; of the same household, family, or kin, related ἐχρῆτο : χράομαι (desire, yearn after): imperf ind mp 3rd sg; to be in want of, lack, ἐγχωροίη : ἐγχωρέω (give room): pres opt act 3rd sg; permit, allow; ἐνεχώρει (3rd person sing. imperf., impers.), be possible πλεονεκτεῖν : πλεονεκτέω (have or claim more than oneʼs due): pres inf act: to be greedy, grasping; have or gain the advantage over ἐκποδὼν : ἐκποδών (away from the feet, i.e. out of the way, away): indeclform (adverb) ἱκανωτάτους : ἱκανός (sufficing, becoming, befitting): masc acc superl pl; capable, able διακωλύειν : διακωλύω (hinder, prevent): pres inf act ἧττόν : ἥττων (inferior): masc/fem voc comp sg; neut nom/voc/acc comp sg; less, worse οἴει : οἴομαι (forebode, presage): pres ind mp 2nd sg; think, suppose, believe τυραννίδος : τυραννίς (monarchy, sovereignty): fem gen sg χρῆναι : χρή (it is necessary): pres inf act ἐπιμελεῖσθαι : ἐπιμελέομαι (take): pres inf mp; take care of (+ gen.) εὐήθης : εὐήθης (good-hearted, simple-minded, guileless): masc/fem nom sg; foolish |
VIII | |
Xenophon, Hellenica 2.3(17–20) |
| Listen: |
| 17 ἐπεὶ δέ, ἀποθνῃσκόντων πολλῶν καὶ ἀδίκως, πολλοὶ δῆλοι ἦσαν συνιστάμενοί τε καὶ θαυμάζοντες τί ἔσοιτο ἡ πολιτεία, πάλιν ἔλεγεν ὁ Θηραμένης ὅτι εἰ μή τις κοινωνοὺς ἱκανοὺς λήψοιτο τῶν πραγμάτων, ἀδύνατον ἔσοιτο τὴν ὀλιγαρχίαν διαμένειν. 18 ἐκ τούτου μέντοι Κριτίας καὶ οἱ ἄλλοι τριάκοντα, ἤδη φοβούμενοι καὶ οὐχ ἥκιστα τὸν Θηραμένην, μὴ συρρυείησαν πρὸς αὐτὸν οἱ πολῖται, καταλέγουσι τρισχιλίους τοὺς μεθέξοντας δὴ τῶν πραγμάτων· |
συνιστάμενοί
: συνίστημι (set together, combine): pres part mp masc nom/voc pl; combine, associate, unite, band together πολιτεία : πολιτεία (condition and rights of a citizen, citizenship): fem nom/voc sg; constitution, state κοινωνοὺς : κοινωνός (companion, partner): masc/fem acc pl λήψοιτο : λαμβάνω (take): fut opt mid 3rd sg; take on πραγμάτων : πρᾶγμα (deed, act): neut gen pl; government ἥκιστα : ἥκιστος (least): neut nom/voc/acc pl συρρυείησαν : συρρέω (flow together): aor opt pass 3rd pl; gravitate toward καταλέγουσι : καταλέγω (lay down): pres ind act 3rd pl; enroll μεθέξοντας : μετέχω (partake of, share in): fut part act masc acc pl; take part in (+ gen.) |
|
|
| Listen: |
| 19 ὁ δ᾽ αὖ Θηραμένης καὶ πρὸς ταῦτα ἔλεγεν ὅτι ἄτοπον δοκοίη ἑαυτῷ γε εἶναι τὸ πρῶτον μὲν βουλομένους τοὺς βελτίστους τῶν πολιτῶν κοινωνοὺς ποιήσασθαι τρισχιλίους, ὥσπερ τὸν ἀριθμὸν τοῦτον ἔχοντά τινα ἀνάγκην καλοὺς καὶ ἀγαθοὺς εἶναι, καὶ οὔτ᾽ ἔξω τούτων σπουδαίους οὔτ᾽ ἐντὸς τούτων πονηροὺς οἷόν τε εἴη γενέσθαι· ἔπειτα δ᾽, ἔφη, ὁρῶ ἔγωγε δύο ἡμᾶς τὰ ἐναντιώτατα πράττοντας, βιαίαν τε τὴν ἀρχὴν καὶ ἥττονα τῶν ἀρχομένων κατασκευαζομένους. 20 ὁ μὲν ταῦτ᾽ ἔλεγεν. οἱ δ᾽ ἐξέτασιν ποιήσαντες τῶν μὲν τρισχιλίων ἐν τῇ ἀγορᾷ, τῶν δ᾽ ἔξω τοῦ καταλόγου ἄλλων ἀλλαχοῦ, ἔπειτα κελεύσαντες ἐπὶ τὰ ὅπλα, ἐν ᾧ ἐκεῖνοι ἀπεληλύθεσαν πέμψαντες τοὺς φρουροὺς καὶ τῶν πολιτῶν τοὺς ὁμογνώμονας αὑτοῖς τὰ ὅπλα πάντων πλὴν τῶν τρισχιλίων παρείλοντο, καὶ ἀνακομίσαντες ταῦτα εἰς τὴν ἀκρόπολιν συνέθηκαν ἐν τῷ ναῷ. |
ἄτοπον
: ἄτοπος (out of place, out of the way): neut nom/voc/acc sg ἔξω : ἔξω (out): indeclform (adverb) σπουδαίους : σπουδαῖος (in haste, quick): masc acc pl; of persons, earnest, serious; good, excellent; in moral sense, good, opp. πονηρός ἐντὸς : ἐντός (within, inside): indeclform (adverb) οἷόν : οἷος (such as, of what sort): masc acc sg; just such as; the sort of person who..., thing which...; οἷόν τέ ἐστι it is possible (+ inf. or + dat./inf.) ἐναντιώτατα : ἐναντίος (opposite): neut nom/voc/acc superl pl ἐξέτασιν : ἐξέτασις (close examination, scrutiny, test): fem acc sg; arrangement, order καταλόγου : κατάλογος (enrolment, register, catalogue): masc gen sg ἀπεληλύθεσαν : ἀπέρχομαι (go away, depart from): plup ind act 3rd pl ὁμογνώμονας : ὁμογνώμων (of one mind, like-minded): masc/fem acc pl παρείλοντο : παραιρέω (take away from, withdraw, remove): aor ind mid 3rd pl ἀνακομίσαντες : ἀνακομίζω (carry up): aor part act masc nom/voc pl; bring back, recover |
IX | |
Xenophon, Hellenica 2.3(21–24) |
| Listen: |
| 21 τούτων δὲ γενομένων, ὡς ἐξὸν ἤδη ποιεῖν αὐτοῖς ὅ τι βούλοιντο, πολλοὺς μὲν ἔχθρας ἕνεκα ἀπέκτεινον, πολλοὺς δὲ χρημάτων. ἔδοξε δ᾽ αὐτοῖς, ὅπως ἔχοιεν καὶ τοῖς φρουροῖς χρήματα διδόναι, καὶ τῶν μετοίκων ἕνα ἕκαστον λαβεῖν, καὶ αὐτοὺς μὲν ἀποκτεῖναι, τὰ δὲ χρήματα αὐτῶν ἀποσημήνασθαι. 22 ἐκέλευον δὲ καὶ τὸν Θηραμένην λαβεῖν ὅντινα βούλοιτο. |
ἐξὸν
: ἔξεστι (it is allowed, is possible): pres part act neut nom/voc/acc sg ἔχθρας : ἔχθρα (hatred, enmity): fem gen sg; personal hatred χρημάτων : χρῆμα (need): neut gen pl; money, wealth μετοίκων : μέτοικος (settler from abroad, alien resident in a foreign city, denizen): masc gen pl ἀποσημήνασθαι : ἀποσημαίνω (announce by signs): aor inf mid; confiscate |
|
|
| Listen: |
| ὁ δ᾽ ἀπεκρίνατο· Ἀλλ᾽ οὐ δοκεῖ μοι, ἔφη, καλὸν εἶναι φάσκοντας βελτίστους εἶναι ἀδικώτερα τῶν συκοφαντῶν ποιεῖν. ἐκεῖνοι μὲν γὰρ παρ᾽ ὧν χρήματα λαμβάνοιεν ζῆν εἴων, ἡμεῖς δὲ ἀποκτενοῦμεν μηδὲν ἀδικοῦντας, ἵνα χρήματα λαμβάνωμεν; 23 πῶς οὐ ταῦτα τῷ παντὶ ἐκείνων ἀδικώτερα; οἱ δ᾽ ἐμποδὼν νομίζοντες αὐτὸν εἶναι τῷ ποιεῖν ὅ τι βούλοιντο, ἐπιβουλεύουσιν αὐτῷ, καὶ ἰδίᾳ πρὸς τοὺς βουλευτὰς ἄλλος πρὸς ἄλλον διέβαλλον ὡς λυμαινόμενον τὴν πολιτείαν. καὶ παραγγείλαντες νεανίσκοις οἳ ἐδόκουν αὐτοῖς θρασύτατοι εἶναι ξιφίδια ὑπὸ μάλης ἔχοντας παραγενέσθαι, συνέλεξαν τὴν βουλήν. 24 ἐπεὶ δὲ ὁ Θηραμένης παρῆν, ἀναστὰς ὁ Κριτίας ἔλεξεν ὧδε. Ὦ ἄνδρες βουλευταί, εἰ μέν τις ὑμῶν νομίζει πλείους τοῦ καιροῦ ἀποθνῄσκειν, ἐννοησάτω ὅτι ὅπου πολιτεῖαι μεθίστανται πανταχοῦ ταῦτα γίγνεται· πλείστους δὲ ἀνάγκη ἐνθάδε πολεμίους εἶναι τοῖς εἰς ὀλιγαρχίαν μεθιστᾶσι διά τε τὸ πολυανθρωποτάτην τῶν Ἑλληνίδων τὴν πόλιν εἶναι καὶ διὰ τὸ πλεῖστον χρόνον ἐν ἐλευθερίᾳ τὸν δῆμον τεθράφθαι. |
φάσκοντας
: φάσκω (say, affirm, assert): pres part act masc acc pl; think, deem, expect συκοφαντῶν : συκοφάντης (common informer, voluntary denouncer): masc gen pl εἴων : ἐάω (suffer, permit): imperf ind act 3rd pl ἐμποδὼν : ἐμποδών (before the feet, in the way, in oneʼs path): indeclform (adverb); in oneʼs way, i.e. presenting an hindrance ἐπιβουλεύουσιν : ἐπιβουλεύω (plot, contrive against): pres ind act 3rd pl ἰδίᾳ : ἴδιος (oneʼs own, pertaining to oneself): masc/fem/neut dat sg; ἰδίᾳ as Adv., by oneself, privately, on oneʼs own account βουλευτὰς : βουλευτής (councillor, senator): masc acc pl διέβαλλον : διαβάλλω (throw): imperf ind act 3rd pl; slander λυμαινόμενον : λυμαίνομαι (cleanse from dirt): pres part mp masc acc sg; maltreat, outrage, inflict indignities on (+ dat.) παραγγείλαντες : παραγγέλλω (pass on): aor part act masc nom/voc pl; pass on or transmit a message; give orders, give the word of command; recommend, exhort θρασύτατοι : θρασύς (bold): masc nom/voc pl; audacious ξιφίδια : ξιφίδιον (dagger): neut nom/voc/acc pl μάλης : μάλη (arm-pit): fem gen sg; arm-pit, under the arm; underhand, secretly παραγενέσθαι : παραγίγνομαι (to be beside, by): aor inf mid; stand by, be present at (+ dat.) συνέλεξαν : σύν-λέγω (gather, pick up): aor ind act 3rd pl; gather together, summon, call together παρῆν : πάρειμι (to be by): imperf ind act 1st sg; be present πλείους : πλείων (more): masc/fem nom/acc comp pl καιροῦ : καιρός (due measure, proportion, fitness): masc gen sg; right time, critical time ἐννοησάτω : ἐννοέω (have in oneʼs thoughts, consider, reflect): aor imperat act 3rd sg μεθίστανται : μεθίστημι (place in another way, change): pres ind mp 3rd pl πλείστους : πλεῖστος (most, greatest, largest): masc acc pl μεθιστᾶσι : μεθίστημι (place in another way, change): pres part act masc/neut dat pl πολυανθρωποτάτην : πολυάνθρωπος (populous): fem acc superl sg τεθράφθαι : τρέφω (thicken): perf inf mp; cause to grow or increase, bring up, rear; maintain, support; maintain, support; nourish; bring up, rear, educate |
X | |
Xenophon, Hellenica 2.3(25–28) |
| Listen: |
| 25 ἡμεῖς δὲ γνόντες μὲν τοῖς οἵοις ἡμῖν τε καὶ ὑμῖν χαλεπὴν πολιτείαν εἶναι δημοκρατίαν, γνόντες δὲ ὅτι Λακεδαιμονίοις τοῖς περισώσασιν ἡμᾶς ὁ μὲν δῆμος οὔποτ᾽ ἂν φίλος γένοιτο, οἱ δὲ βέλτιστοι ἀεὶ ἂν πιστοὶ διατελοῖεν, διὰ ταῦτα σὺν τῇ Λακεδαιμονίων γνώμῃ τήνδε τὴν πολιτείαν καθίσταμεν. |
οἵοις
: οἷος (such as, of what sort): masc/neut dat pl περισώσασιν : περισώζω (save alive): aor part act masc/neut dat pl; save from death or ruin, escape with oneʼs life; save οὔποτε : οὔποτε (not ever, never): indeclform (adverb) διατελοῖεν : διατελέω (bring quite to an end, accomplish): pres opt act 3rd pl; fut opt act 3rd pl; continue γνώμῃ : γνώμη (means of knowing): fem dat sg; organ by which one perceives or knows, intelligence; thought, judgement; approval |
|
|
| Listen: |
| 26 καὶ ἐάν τινα αἰσθανώμεθα ἐναντίον τῇ ὀλιγαρχίᾳ, ὅσον δυνάμεθα ἐκποδὼν ποιούμεθα· πολὺ δὲ μάλιστα δοκεῖ ἡμῖν δίκαιον εἶναι, εἴ τις ἡμῶν αὐτῶν λυμαίνεται ταύτῃ τῇ καταστάσει, δίκην αὐτὸν διδόναι. 27 νῦν οὖν αἰσθανόμεθα Θηραμένην τουτονὶ οἷς δύναται ἀπολλύντα ἡμᾶς τε καὶ ὑμᾶς. ὡς δὲ ταῦτα ἀληθῆ, ἂν κατανοῆτε, εὑρήσετε οὔτε ψέγοντα οὐδένα μᾶλλον Θηραμένους τουτουὶ τὰ παρόντα οὔτε ἐναντιούμενον, ὅταν τινὰ ἐκποδὼν βουλώμεθα ποιήσασθαι τῶν δημαγωγῶν. εἰ μὲν τοίνυν ἐξ ἀρχῆς ταῦτα ἐγίγνωσκε, πολέμιος μὲν ἦν, οὐ μέντοι πονηρός γ᾽ ἂν δικαίως ἐνομίζετο· 28 νῦν δὲ αὐτὸς μὲν ἄρξας τῆς πρὸς Λακεδαιμονίους πίστεως καὶ φιλίας, αὐτὸς δὲ τῆς τοῦ δήμου καταλύσεως, μάλιστα δὲ ἐξορμήσας ὑμᾶς τοῖς πρώτοις ὑπαγομένοις εἰς ὑμᾶς δίκην ἐπιτιθέναι, νῦν ἐπεὶ καὶ ὑμεῖς καὶ ἡμεῖς φανερῶς ἐχθροὶ τῷ δήμῳ γεγενήμεθα, οὐκέτ᾽ αὐτῷ τὰ γιγνόμενα ἀρέσκει, ὅπως αὐτὸς μὲν αὖ ἐν τῷ ἀσφαλεῖ καταστῇ, ἡμεῖς δὲ δίκην δῶμεν τῶν πεπραγμένων. |
αἰσθανώμεθα
: αἰσθάνομαι (perceive, apprehend by the senses): pres subj mid 1st pl ἐναντίον : ἐναντίος (opposite): masc acc sg; in hostile sense, opposing, facing; opposed to (+ dat.) ὅσον : ὅσος (as great as, how great): neut nom/voc/acc sg; ὅσον δυνάμεθα: “as much as we can” or “so far as we can.” καταστάσει : κατάστασις (settlement, establishment, institution): fem dat sg; constitution, system οἷς : ὅς (the; who; he, she, it): masc/neut dat pl; οἷς δύναται: “by whatever means he can.” ἂν : ἐάν (if haply, if): contr indeclform (conj) κατανοῆτε : κατανοέω (observe well, understand, apprehend): pres subj act 2nd pl ψέγοντα : ψέγω (blame, censure): pres part act masc acc sg ἐναντιούμενον : ἐναντιόομαι (set oneself against, oppose, withstand): pres part mp masc acc sg δημαγωγῶν : δημαγωγός (popular leader): masc gen pl; more freq. in bad sense, leader of the mob, demagogue μέντοι : μέντοι: indeclform (particle); of course, certainly; μέντοι γε of course καταλύσεως : κατάλυσις (dissolution, putting down): fem gen sg; overthrow ἐξορμήσας : ἐξορμάω (send forth, send to war): aor part act masc nom/voc sg; urge ὑπαγομένοις : ὑπάγω (lead or bring under): pres part mp masc/neut dat pl; bring a person before the judgment seat ἐπιτιθέναι : ἐπιτίθημι (lay, put): pres inf act; place on, add; sprinkle; ἐπιτίθημι δίκην impose a penalty, inflict a penalty (+ dat.) ἀσφαλεῖ : ἀσφαλής (not liable to fall, immovable, steadfast): masc/fem/neut dat sg; assured from danger, safe; ἐν ἀσφαλεῖ in safety καταστῇ : καθίστημι (set down): aor subj act 3rd sg; establish, place, set (as guards); settle; (intrans.) become, come, arrive, be established |